Η κυβέρνηση εξετάζει τρόπους άσκησης οικονομικής και διπλωματικής πίεσης – Ελλάδα και Αίγυπτος συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για επέκταση της οριοθέτησης ΑΟΖ – Ο ρόλος της ΕΕ και το μεταναστευτικό
Το ενδεχόμενο να ασκήσει πιέσεις προς τη Λιβύη, ακόμη και μέσω της παρεμπόδισης χρηματοδοτήσεων από διεθνείς οργανισμούς, εξετάζει τώρα η Αθήνα, αναζητώντας την κατάλληλη απάντηση στην πρόσφατη απόφαση του Κοινοβουλίου της εν λόγω χώρας να επικυρώσει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο που είχε υπογραφεί το 2019.
Την ίδια ώρα, Ελλάδα και Αίγυπτος συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την επέκταση της μεταξύ τους συμφωνίας οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) του 2020, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν σήμερα οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελατί.
Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση προσανατολίζεται σε μια σειρά διπλωματικών και πολιτικών κινήσεων, με στόχο να καταστήσει σαφές τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη ότι η επιλογή τους να συνταχθούν με τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες. Ήδη, η χώρα μας έχει εξασφαλίσει την επίσημη καταδίκη της συμφωνίας από το σύνολο των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αναζητά τα επόμενα βήματα που θα της επιτρέψουν να ασκήσει ουσιαστικότερη πίεση.
Η επικύρωση του μνημονίου την Τρίτη 20 Οκτωβρίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης προκάλεσε ιδιαίτερο προβληματισμό στην ελληνική διπλωματία, καθώς πρόκειται για το ίδιο πολιτικό στρατόπεδο που επί σχεδόν επτά χρόνια αντιτασσόταν στη συγκεκριμένη συμφωνία. Το μνημόνιο, θυμίζουμε, είχε υπογραφεί τον Νοέμβριο του 2019 από την Τουρκία και την τότε κυβέρνηση της Τρίπολης, υπό τον Φαγέζ αλ Σάρατζ, προκαλώντας την αντίδραση της Ελλάδας, της Αιγύπτου και των αρχών της ανατολικής Λιβύης. Η μεταστροφή της τελευταίας, έπειτα από τη σταδιακή προσέγγιση της Άγκυρας με το περιβάλλον του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, δημιουργεί πλέον νέα δεδομένα στις διπλωματικές ισορροπίες της περιοχής.
Το οικονομικό «όπλο» της Αθήνας και τα περιθώρια άσκησης πίεσης
Στο επίκεντρο των ελληνικών σχεδιασμών βρίσκεται η δυνατότητα αξιοποίησης της συμμετοχής της χώρας στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να ασκηθεί πίεση προς τη Λιβύη. Ειδικότερα, η ελληνική πλευρά εξετάζει πώς μπορεί να επηρεάσει τη στάση των διεθνών θεσμών απέναντι σε χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες που αφορούν τη βορειοαφρικανική χώρα, χωρίς ωστόσο να έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής κάποια συγκεκριμένη απόφαση για αναστολή κονδυλίων.
Το ενδεχόμενο αυτό άφησε ανοιχτό ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος, μιλώντας στο Mega News, επισήμανε ότι μέσα από την Ελλάδα περνούν τα χρηματοδοτικά πρωτόκολλα που αφορούν τη Λιβύη, καθώς και σημαντικές διεθνείς διαδικασίες για τη χώρα. Από την πλευρά του, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σε συνέντευξή του στον Alpha 989, υπογράμμισε τη σημασία των χρηματοδοτικών εργαλείων που κατευθύνονται προς τη Λιβύη μέσω των διεθνών οργανισμών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Αθήνα διαθέτει περιθώρια κινήσεων που μπορούν να αξιοποιηθούν στο επόμενο στάδιο.
Στην πράξη, ένα από τα σενάρια που αναδεικνύονται είναι η επανεξέταση της ελληνικής στάσης απέναντι σε πρωτοβουλίες οικονομικής ενίσχυσης και διεθνούς υποστήριξης της Λιβύης. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στις λιβυκές αρχές, ιδίως εάν υποστηριχθεί και από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Βεβαίως, η Αθήνα δεν διαθέτει αυτομάτως δικαίωμα μονομερούς διακοπής κάθε χρηματοδότησης που κατευθύνεται προς τη Λιβύη, καθώς οι σχετικές αποφάσεις εξαρτώνται από τους κανόνες και τις διαδικασίες κάθε οργανισμού. Ωστόσο, η συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ της παρέχει δυνατότητες διπλωματικής παρέμβασης.
Αντίστοιχα, η Αθήνα μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις σχέσεις της Τουρκίας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ο κ. Γεραπετρίτης υπενθύμισε ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Άγκυρας περνά και από την Ελλάδα, ενώ ο Παύλος Μαρινάκης επικαλέστηκε το παράδειγμα του ευρωπαϊκού προγράμματος αμυντικής χρηματοδότησης SAFE και την ελληνική απαίτηση για άρση της τουρκικής απειλής πολέμου, του γνωστού casus belli. Πρόκειται για ένα διαφορετικό πεδίο άσκησης πολιτικής πίεσης, το οποίο θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσθετη σημασία εφόσον η Τουρκία επιχειρήσει να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ομόφωνη απάντηση των «27» και η παρέμβαση στον ΟΗΕ
Σε διπλωματικό επίπεδο, η πρώτη σημαντική εξέλιξη για την Αθήνα ήταν η ταχύτατη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχικά, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα εξέδωσαν κοινή δήλωση αποδοκιμάζοντας την απόφαση του λιβυκού Κοινοβουλίου. Ακολούθησε χθες η επίσημη δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ Κάγια Κάλας, εξ ονόματος και των 27 κρατών-μελών, με την οποία επαναβεβαιώθηκε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να δημιουργήσει έννομες συνέπειες για αυτές.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα, καθώς επιβεβαιώνει ότι η ευρωπαϊκή θέση παραμένει αμετάβλητη από το 2019, παρά την πρόσφατη απόφαση της Βεγγάζης. Παράλληλα, προσφέρει στην ελληνική κυβέρνηση ένα πρόσθετο επιχείρημα στις επαφές της με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, καθώς η αμφισβήτηση του μνημονίου έχει πλέον επαναδιατυπωθεί επίσημα από το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό, πάντως, δεν ισοδυναμεί με απόφαση επιβολής κυρώσεων, για την οποία θα απαιτούνταν ξεχωριστή διαδικασία.
Η Αθήνα προχώρησε επίσης στην ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Κατόπιν οδηγιών του υπουργού Εξωτερικών, η μόνιμη αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβης Αγλαΐα Μπαλτά, έθεσε το ζήτημα κατά τη διάρκεια κεκλεισμένων των θυρών διαβουλεύσεων, επισημαίνοντας τους κινδύνους που εγκυμονεί η απόφαση της λιβυκής Βουλής για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας να καταστήσει το ζήτημα αντικείμενο ευρύτερης διεθνούς κινητοποίησης.
Η απάντηση Ελλάδας και Αιγύπτου με επέκταση της ΑΟΖ
Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη στο διπλωματικό πεδίο αποτελεί η απόφαση Ελλάδας και Αιγύπτου να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την επέκταση της μεταξύ τους συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος ομόλογός του, Μπαντρ Αμπντελατί, είχαν σήμερα τηλεφωνική επικοινωνία, κατά την οποία εξέτασαν τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και επαναβεβαίωσαν τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών. Οι δύο υπουργοί απέρριψαν εκ νέου κατηγορηματικά την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, υπογραμμίζοντας ότι οι οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών οφείλουν να γίνονται σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με στόχο τη γεωγραφική επέκταση της συμφωνίας που υπέγραψαν στις 6 Αυγούστου 2020. Υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη συμφωνία, την οποία είχαν υπογράψει στο Κάιρο οι τότε υπουργοί Εξωτερικών Νίκος Δένδιας και Σάμεχ Σούκρι, αφορά τη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, αφήνοντας εκτός οριστικής διευθέτησης άλλα τμήματα της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ των δύο χωρών. Η συνέχιση των διαπραγματεύσεων ανοίγει συνεπώς τη δυνατότητα επέκτασης της υφιστάμενης οριοθέτησης, αν και προς το παρόν δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε έχει επιτευχθεί συμφωνία για νέα θαλάσσια όρια.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά πρόσθετη βαρύτητα μετά την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, καθώς αναδεικνύει την πρόθεση Αθήνας και Καΐρου να ενισχύσουν τον συντονισμό τους σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Η στάση της Αιγύπτου έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο: το Κάιρο έχει βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του με την Άγκυρα το τελευταίο διάστημα, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει τη θέση του απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αντιθέτως, η αιγυπτιακή πλευρά έχει επαναλάβει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία στερείται νομικής ισχύος και προσβάλλει τα κυριαρχικά δικαιώματά της στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Η προοπτική επέκτασης της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας δημιουργεί ένα επιπλέον πεδίο διπλωματικής συνεργασίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της στη Λιβύη.
Παράλληλα, η Αθήνα παρακολουθεί με προσοχή το ενδεχόμενο η Άγκυρα και η λιβυκή πλευρά να επιχειρήσουν να χρησιμοποιήσουν το μνημόνιο ως βάση για νέες έρευνες ή άλλες δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κρήτης. Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι η πρόσφατη κοινοβουλευτική απόφαση δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών ούτε δημιουργεί νόμιμα δικαιώματα εις βάρος της χώρας μας, ενώ η διατήρηση της κοινής γραμμής με την Αίγυπτο θεωρείται σημαντικός παράγοντας για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων νέων τουρκολιβυκών πρωτοβουλιών.
Το μεταναστευτικό και οι λεπτές ισορροπίες με τη Λιβύη
Υπάρχει, ωστόσο, ένας παράγοντας που καθιστά ιδιαίτερα σύνθετη την επιλογή αντιποίνων: το μεταναστευτικό. Η Λιβύη αποτελεί βασικό σημείο αναχώρησης μεταναστών προς την Ελλάδα, με τις νότιες ακτές της Κρήτης να δέχονται σημαντική πίεση από τις αφίξεις. Οποιαδήποτε απόφαση επηρεάζει την οικονομική υποστήριξη της χώρας ή τη συνεργασία με τις λιβυκές αρχές θα πρέπει συνεπώς να σταθμιστεί προσεκτικά, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει και τις προσπάθειες περιορισμού των μεταναστευτικών ροών. Η ελληνική κυβέρνηση καλείται τώρα να επιλέξει μέτρα που θα έχουν πραγματικό διπλωματικό αντίκτυπο, χωρίς να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη διαχείριση ενός ζητήματος που επηρεάζει άμεσα την Κρήτη και συνολικά τη χώρα.
Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές σχέσεις με τις δύο πλευρές της Λιβύης. Παρά τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η στάση της Βεγγάζης, η Αθήνα εξακολουθεί να έχει συμφέρον από τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας τόσο με την ανατολική όσο και με τη δυτική πλευρά της χώρας. Η εξεύρεση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην άσκηση πίεσης και στη συνέχιση των διπλωματικών επαφών αποτελεί πλέον βασικό ζητούμενο του ελληνικού σχεδιασμού. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας θα εξαρτηθούν και από τις πρωτοβουλίες που ενδέχεται να αναλάβουν η Τουρκία και η Λιβύη μετά την επικύρωση του μνημονίου.







