Η μαστίχα Χίου, ένα από τα πλέον εμβληματικά προϊόντα του νησιού, ξεχωρίζει τόσο για τη μοναδικότητα της παραγωγής της όσο και για το ευρύ φάσμα χρήσεων και ιδιοτήτων που της αποδίδονται. Από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική μέχρι την ποτοποιία, τα καλλυντικά και τη φαρμακευτική χρήση, η φυσική αυτή ρητίνη έχει αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στην καθημερινή διατροφή και όχι μόνο.
Η μαστίχα προέρχεται από τον μαστιχοφόρο σχίνο (Pistacia lentiscus var. Chia), ο οποίος καλλιεργείται κυρίως στο νότιο τμήμα της Χίου. Παρότι ο σχίνος συναντάται σε πολλές περιοχές της Μεσογείου, οι ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες της νότιας Χίου, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή καλλιεργητική τεχνική, συνδέονται με την παραγωγή της χαρακτηριστικής φυσικής ρητίνης. Από το 1997 η μαστίχα Χίου έχει αναγνωριστεί ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).
Το μαστιχόδενδρο είναι αειθαλής θάμνος που συνήθως φτάνει σε ύψος 2-3 μέτρων, ενώ αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς και μπορεί σε μεγαλύτερη ηλικία να αγγίξει ακόμη και τα πέντε μέτρα. Η μαστίχα εμφανίζεται με τη μορφή χαρακτηριστικών «δακρύων» ρητίνης, τα οποία εκκρίνονται από τον κορμό και τα μεγαλύτερα κλαδιά έπειτα από επιφανειακές τομές που πραγματοποιούν οι παραγωγοί.
Η παραγωγική διαδικασία εξελίσσεται κυρίως τους θερινούς μήνες. Τον Ιούνιο αρχίζει η προετοιμασία του εδάφους και ακολουθεί το λεγόμενο «κέντημα» των δέντρων. Τον Αύγουστο πραγματοποιείται η συλλογή της χοντρής μαστίχας και τον Σεπτέμβριο ακολουθεί η ψιλή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ιδιότητες που αποδίδονται στη μαστίχα. Σύμφωνα με μελέτες, εμφανίζει αντιοξειδωτική, αντιβακτηριακή και αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ έχει μελετηθεί και για την επίδρασή της στο γαστρεντερικό σύστημα. Χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση ή ανακούφιση ορισμένων δερματικών ενοχλήσεων λόγω της επουλωτικής της δράσης.
Από το 2015 η μαστίχα περιλαμβάνεται σε μονογραφία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, με παραδοσιακές θεραπευτικές χρήσεις που σχετίζονται με ήπιες δυσπεπτικές διαταραχές και μικρές φλεγμονές του δέρματος.
Παράλληλα, ερευνητικά δεδομένα έχουν εξετάσει πιθανή επίδραση της μαστίχας στον πολλαπλασιασμό καρκινικών κυττάρων. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν οριστικά συμπεράσματα για αντικαρκινική θεραπευτική δράση, ενώ απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον προσδιορισμό των βιοδραστικών συστατικών και του μηχανισμού δράσης τους.
Οι χρήσεις της μαστίχας δεν περιορίζονται στον χώρο της υγείας. Αποτελεί συστατικό σε προϊόντα αρωματοποιίας και καλλυντικών, όπως σαπούνια, σαμπουάν, κρέμες και αφρόλουτρα. Στην ποτοποιία χρησιμοποιείται κυρίως για το γνωστό λικέρ μαστίχας, αλλά συναντάται και σε άλλα αλκοολούχα ή μη αλκοολούχα ποτά.
Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η παρουσία της στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική, όπου χρησιμοποιείται για το χαρακτηριστικό άρωμα και τη γεύση της. Τσουρέκια, λουκούμια, παγωτά, καραμέλες, μπισκότα, ψωμί και άλλα παρασκευάσματα είναι μερικά μόνο από τα προϊόντα στα οποία μπορεί να προστεθεί.
Στην αγορά διατίθεται σε διαφορετικές μορφές: σε μεγάλους ή μικρούς κρυστάλλους, σε σκόνη, αλλά και ως μαστιχέλαιο. Μία από τις γνωστότερες μορφές κατανάλωσης παραμένει η φυσική τσίχλα μαστίχας. Το μάσημά της έχει συνδεθεί με οφέλη για τη στοματική υγιεινή, χάρη κυρίως στην αντιμικροβιακή της δράση.
Η μαστίχα Χίου αποτελεί, επομένως, ένα προϊόν με ιδιαίτερη οικονομική, διατροφική και πολιτιστική σημασία. Η μακραίωνη καλλιέργειά της, οι πολυάριθμες εφαρμογές της και το αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τις ιδιότητές της έχουν μετατρέψει το περίφημο «δάκρυ της Χίου» σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά προϊόντα διεθνώς.








