Κάθε καλοκαίρι και Πάσχα ο Νίκος Ολυμπιάδης τα περνούσε στο νησί, μέχρι που «ένα καλοκαίρι απλά δεν έφυγα» λέει. Η σχέση του με τον παππού του ήταν εκείνη που έπαιξε τον πιο αποφασιστικό ρόλο στο να βρεθεί από τη Νέα Ερυθραία, τον αθλητισμό και την εστίαση στον Κάμπο, να ξυπνάει κάθε πρωί στις πέντε για να πάει στις αγελάδες του και έπειτα στα χωράφια όπου καλλιεργεί, με όσο λιγότερες παρεμβάσεις μπορεί, ντομάτες όλο γεύση, καρπούζια, μελιτζάνες, ταμπουράδες, φασόλια και πατάτες. «Από μικρό παιδί τον βοηθούσα, και όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνε, χρειαζόταν όλο και πιο πολλή βοήθεια. Είχε φτάσει 80 χρονών και συνέχιζε τη δουλειά στο φουλ. Εγώ όλο έκλεβα χρόνο από την Αθήνα για να έρχομαι εδώ και τελικά έμεινα», εξηγεί. Οι δικοί του ξαφνιάστηκαν από την απόφασή του: «Δεν το πίστεψαν, τους φαινόταν αστείο. Πλέον είμαι εδώ εννέα χρόνια».

Ο Κάμπος, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι από τις ελάχιστες πεδινές περιοχές του βραχώδους νησιού και έχει πολλά νερά που κατεβαίνουν και μαζεύονται στη λεκάνη. «Εδώ καλλιεργούσαν παλιά οι περισσότεροι στο νησί, αλλά λίγοι πλέον έχουμε απομείνει», εξηγεί. Ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί μηχανήματα. Με τον παραδοσιακό τρόπο, με την κόσα, κόβει τον βίκο για να ταΐσει τα ζώα του. «Δεν μένει χρόνος, ούτε Κυριακές ούτε τίποτα, όλη μέρα είμαι εδώ. Αλλά, μετά, την ξεκούραση την ευχαριστιέσαι αλλιώς». Η επιλογή του να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα ήταν ένας τρόπος να βρίσκεται στην Ικαρία, η οποία «έχει μια μαγεία που δεν μπορώ να εξηγήσω». Ενείχε και μια δόση ρομαντισμού αλλά κυρίως προέκυψε από την επιθυμία του να μην αφήσει όσα είχε καταφέρει ο παππούς του να χαθούν: «Το πήρα εγωιστικά, να κρατηθούν όσα κατάφερε με τον κόπο του», λέει.


Ο Νίκος Ολυμπιάδης εφοδιάζει με τα μποστανικά του αρκετά εστιατόρια του νησιού, ενώ από τα τέλη Ιουνίου στήνει τον πάγκο του στην άκρη του κεντρικού δρόμου του Κάμπου, από όπου μπορεί όποιος θέλει να προμηθευτεί τα προϊόντα του.







