Έφυγε ο παπα-Στρατής του Μανταμάδου – Τον πήρε η θάλασσα και τον παρέδωσε στον Ταξιάρχη – Ο συγκινητικός αποχαιρετισμός του Τέρενς Κουίκ

By Ιουνίου 30, 2026
Έφυγε ο παπα-Στρατής του Μανταμάδου – Τον πήρε η θάλασσα και τον παρέδωσε στον Ταξιάρχη – Ο συγκινητικός αποχαιρετισμός του Τέρενς Κουίκ

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Ευστράτιος Δήσσος δεν ήταν απλώς ο ιερέας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Ήταν η ψυχή ενός παγκόσμιου προσκυνήματος, ένας άνθρωπος μικρός στο ανάστημα και τεράστιος στην πίστη, στην αγάπη και στην προσφορά.

Έφυγε ο παπα-Στρατής.

Έφυγε εκεί ψηλά, δίπλα στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Μαζί και με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Δεν άντεξε άλλο. Αγαπούσε τη θάλασσα και η θάλασσα, αυτή τη φορά, τον αγκάλιασε. Ένα κύμα τον πήρε από τη γη και τον έστειλε στους Παραδείσους, κοντά στους Ταξιάρχες που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή.

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Ευστράτιος Δήσσος, ο δικός μας παπα-Στρατής, βρέθηκε νεκρός στη θαλάσσια περιοχή της Πεδής, στη βορειοανατολική Λέσβο. Και από εκείνη τη στιγμή, δεν μπορώ να γράψω ψύχραιμα. Δεν γίνεται. Υπάρχουν θάνατοι που τους αντιμετωπίζεις ως είδηση. Υπάρχουν όμως και θάνατοι που σε γονατίζουν, γιατί χάνεις έναν άνθρωπο που δεν ήταν απλώς γνωστός σου, δεν ήταν απλώς φίλος σου. Ήταν σαν πατέρας σου.

Το βιογραφικό του είναι πολύ φτωχό μπροστά σε όλα αυτά που έκανε. Γεννημένος στη Μήθυμνα το 1938, χειροτονήθηκε το 1966 και από τις 7 Ιουνίου 1970 συνέδεσε τη ζωή του με το ιστορικό προσκύνημα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μανταμάδο. Όμως αυτά είναι ημερομηνίες. Η ουσία είναι αλλού. Είναι στο πώς ένας άνθρωπος πήρε ένα προσκύνημα και το έκανε γνωστό σε όλη την οικουμένη. Το έκανε σημείο αναφοράς πίστης, παρηγοριάς, προσφοράς, μνήμης και αγάπης.

Ο παπα-Στρατής δεν έβλεπε την Εκκλησία ως τυπική διακονία. Την έβλεπε ως αγκαλιά. Γι’ αυτό και δεν έμεινε μόνο στο ναό. Προχώρησε σε έργα ανακαίνισης, σε έργα φιλανθρωπικά, σε δομές αγάπης. Δημιούργησε τη «Στέγη Αγάπης», όπου ηλικιωμένοι της περιοχής έβρισκαν καθημερινά δωρεάν τροφή. Έκτισε μεγάλο γηροκομείο. Νοιάστηκε για τους ανθρώπους πριν καν του το ζητήσουν.

Και δίπλα του, βράχος, η γυναίκα του. Η γυναίκα του που έφυγε πρόωρα, ύστερα από πολλές περιπέτειες υγείας. Τη θυμάμαι να μαγειρεύει καθημερινά για τους άπορους. Στο σπίτι της. Με τα χέρια της. Και ύστερα ο παπα-Στρατής να ευλογεί αυτά τα συσσίτια, όχι σαν φιλανθρωπική «υποχρέωση», αλλά σαν φυσική προέκταση της πίστης του.

Όποιος πέρασε από το ταπεινό γραφείο του, μέσα στον περίβολο του μοναστηριού, ξέρει. Δεν έφευγες ποτέ με άδεια χέρια. Κάτι θα σου έδινε. Ένα ημερολόγιο. Ένα μολύβι. Μια εικόνα. Ένα μικρό ενθύμιο. Και κυρίως ένα χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο που δεν είχε τίποτα το προσποιητό. Ήταν το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να δίνει.

Με τον γιο του, τον Μιχάλη, σήμερα αντιπεριφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, το προσκύνημα άνοιξε ακόμη περισσότερο τα φτερά του στον κόσμο. Κάμερες, μικρόφωνα, διαδίκτυο. Κάθε Κυριακή, κάθε γιορτή, η λειτουργία και το κήρυγμα από τον Μανταμάδο μπορούσαν να ταξιδεύουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Από τη Λέσβο μέχρι την άλλη άκρη της γης. Από το μικρό χωριό του Μανταμάδου μέχρι τα σπίτια ανθρώπων που είχαν τον Ταξιάρχη μέσα στην καρδιά τους.

Και δεν ήταν μόνο οι Έλληνες. Ήταν και άνθρωποι από την απέναντι ακτή, άνθρωποι που έφταναν σιωπηλά, με τη δική τους πίστη, για να προσκυνήσουν. Ο Μανταμάδος ήταν και είναι ένα από εκείνα τα μέρη όπου η ψυχή προηγείται της ταυτότητας, της γλώσσας, της καταγωγής.

Ακόμα έχω στις μνήμες μου την πρώτη φορά που πήγα εκεί με την Έμη Λιβανίου, την αγαπημένη μου συνάδελφο, σχεδόν οικογένειά μου. Ήταν πριν από 23 χρόνια, στα δημοσιογραφικά μας χρόνια στο Star, τότε που γυρίζαμε τα άκοπα και αμοντάριστα ρεπορτάζ μας στη Λέσβο. Το πρώτο μας σαραντάλεπτο οδοιπορικό άρχισε και τελείωσε στη Μονή Ταξιαρχών Μανταμάδου. Η κάμερα δεν σταμάτησε ούτε λεπτό. Και εκεί, μπροστά μας, ένας συγκλονιστικός παπα-Στρατής μάς υποδέχθηκε και μας ξενάγησε.

Όσο ύψος του έλειπε, τόσο μπόι ψυχής είχε.

Μας μιλούσε για τον Ταξιάρχη και ήταν σαν να άνοιγε μπροστά μας η ίδια η παράδοση. Μας περιέγραφε πώς δημιουργήθηκε η θαυματουργή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Μανταμάδο και ένιωθες ότι ζούσες τη στιγμή. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πειρατές έσφαξαν τους μοναχούς και σώθηκε μόνο ένας δόκιμος, που είχε κρυφτεί στην οροφή της εκκλησίας. Από εκεί είδε τη μορφή του Αρχαγγέλου να φτερουγίζει πάνω από τα σώματα των μοναχών. Και ύστερα, παίρνοντας χώμα και κερί ποτισμένα με το αίμα τους, έφτιαξε την ανάγλυφη εικόνα του Ταξιάρχη.

Δεν το έλεγε σαν αφήγηση. Το ζούσε. Και μαζί του το ζούσες κι εσύ.

Ο παπα-Στρατής ήταν για μένα όλα αυτά τα 23 χρόνια ένας άνθρωπος με τον οποίο μιλούσα τόσο τακτικά, σαν να ήταν πραγματικά ο πατέρας μου. Ένας ιερέας που δεν σε φόβιζε. Σε γαλήνευε. Δεν σε πλησίαζε με ύφος. Σε πλησίαζε με καλοσύνη. Δεν κρατούσε αποστάσεις. Άνοιγε πόρτες. Και μαζί του σου άνοιγε και μια πόρτα προς τον Ταξιάρχη.

Περηφανεύομαι, και το λέω με συγκίνηση, ότι από τα δημοσιογραφικά μου χρόνια είχα βάλει κι εγώ ένα μικρό λιθαράκι στην ανάδειξη της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας της Λέσβου, τον Άγιο Στέφανο, ανάμεσα στη Μυτιλήνη και το Μανταμάδο, για την αρχαιολογική της αποκατάσταση και τη λειτουργία της. Αυτά ήταν θέματα που ο παπα-Στρατής τα είχε μέσα στην καρδιά του. Δεν έβλεπε την πίστη αποκομμένη από τη μνήμη. Ήξερε ότι ένας τόπος χωρίς μνήμη είναι τόπος χωρίς ρίζες.

Σήμερα ξύπνησα πολύ νωρίς. Πάρα πολύ νωρίς. Ήθελα να δω την πανσέληνο του Ιουνίου. Κοίταζα το φεγγάρι και ξαφνικά ήρθε η φοβερή είδηση. Δεν είμαι βέβαιος αν κάποια σκιά που είδα να περνά από το φωτισμένο φεγγάρι ήταν η σκιά του παπα-Στρατή που ανέβαινε ψηλά.

Συγχωρέστε με, αλλά κλαίω. Πραγματικά κλαίω.

Στρατή, τώρα είσαι κάτω από τα πιο δυνατά φτερά του κόσμου. Όχι πια από τον Μανταμάδο, αλλά εκεί ψηλά, εκεί όπου ο Αρχάγγελος Μιχαήλ θα σε ευχαριστεί αιώνια για ό,τι έκανες στο όνομά του.

Κι εμείς, παπα-Στρατή, σε ευχαριστούμε μαζί του.

Για το προσκύνημα που υπηρέτησες.

Για το γηροκομείο.

Για τη «Στέγη Αγάπης».

Για τους φτωχούς που τάισες.

Για τους ανθρώπους που παρηγόρησες.

Για τις ψυχές που ξανάφερες κοντά στην πίστη.

Για το χαμόγελό σου.

Χαμογέλα μου πάλι. Έτσι, όπως κάθε φορά που βρισκόμασταν και μιλάγαμε.

Σ’ αγαπώ πολύ και σ’ ευχαριστώ που έβαλες τον Ταξιάρχη στη ζωή μου. Στη ζωή όλων μας.

ΥΓ: Φυσικά και μίλησα σήμερα με το γιο του το Μιχάλη. Τον ευχαριστώ για την κατάθεση ψυχής. Σε αναμονή για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Αν θα γίνει στους Αγίους Αναργύρους αύριο στο εκκλησάκι που πήγαινε και προσκυνούσε ο Παπα Στρατής ή τις αμέσως επόμενες μέρες

 

 

 

ΠΗΓΗ

Rate this item
(0 votes)